gototopgototop
crete sitia top teft
sitia-guide text image top UK

ΠΑΛΑΙΚΑΣΤΡΟ

Ήδη από τη Μινωική εποχή το Παλαίκαστρο ήταν σημαντικό εμπορικό κέντρο. Το γεγονός αυτό το μαρτυρά το λιμάνι της Ιτάνου, που σήμερα καλύπτεται από τη θάλασσα.

Οι Άγγλοι αρχαιολόγοι Bosanquet, Dawkins πραγματοποίησαν ανασκαφές περίπου έναν αιώνα πριν, συνεχίζονται όμως και σήμερα από την αγγλική αρχαιολογική σχολή.

Στην θέση «Ρουσολάκκος» αποκαλύφθηκε μια σπουδαία πόλη των Μινωικών χρόνων. Σύμφωνα με τα ευρήματα των αρχαιολόγων άκμασε την υστερομινωική εποχή. Οι ανθρωπολόγοι που μελέτησαν τα ευρήματα αυτά έβγαλαν σημαντικά συμπεράσματα όσον αφορά τη σωματική διάπλαση των μινωιτών (μέσο ανάστημα 1.60 για τους άνδρες και 1.50 για τις γυναίκες).

Αξίζει να αναφερθεί ότι την πόλη, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα, διαπερνούσε ένας κεντρικός δρόμος ο οποίος διασταυρωνόταν με 4 κάθετους και χωρίζει τη πόλη σε 9 συνοικίες, ενώ διαθέτει επίσης και αποχετευτικό σύστημα.

Σε μια από τις 9 αυτές συνοικίες αποκαλύφθηκε το ιερό του Δικταίου Διός, στο οποίο από τη γεωμετρική εποχή έως και τις ρωμαϊκές κατακτήσεις λατρευόταν ο Ζεύς. Στην περιοχή ανακαλύφθηκαν επίσης κομμάτια της πλάκας στην οποία είχε γραφτεί ο ύμνος του Δικταίου ή Κρηταγενούς Διός, ο πρώτος ύμνος σε θεότητα σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο που εξυμνεί την ειρήνη και τη ζωή.

Ακόμη στην τοποθεσία βρέθηκαν τμήματα του «αριστουργήματος» του Μινωικού πολιτισμού δηλαδή του χρυσελεφάντινου αγαλματιδίου, τα οποία ο επισκέπτης μπορεί να τα θαυμάσει στο αρχαιολογικό μουσείο της Σητείας.

Βρέθηκαν επίσης πολλά «καμαραϊκά» αγγεία, αμφορείς, λύχνοι και πιθάρια.

Αλλά και μια πιο πρόσφατη έρευνα στο υπέδαφος της περιοχής «Ρουσολάκου» έδειξε ότι πιθανότατα εκεί κρύβεται το πέμπτο μεγάλο μινωϊκό ανάκτορο της Κρήτης.

Στη θέση Κουρεμένος τέλος ανασκάφηκαν επτά υπομινωικές κατοικίες. Παρόλα αυτά σύμφωνα με ενδείξεις τη ζωή στη μινωική πόλη του Παλαικάστρου έπληξε η ισχυρή έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης περί το 1500 π.Χ.

ΊΤΑΝΟΣ

Η Ίτανος ή Ερημούπολη όπως τη λέμε σήμερα, αποτελούσε ένα σημαντικό παραλιακό κέντρο της Ανατολικής Κρήτης από τη μινωική εποχή μέχρι και τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Οι κάτοικοί της κυριαρχούσαν σ' όλες τις ανατολικές ακτές της Σητείας. Υπήρξε σπουδαίος σταθμός διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Κρήτης.

Η ναυτιλία, η αλιεία και φυσικά το εμπόριο στάθηκαν αφορμή ούτως ώστε να πλουτίσει, γεγονός που το αποδεικνύουν οι ναοί της και τα πολυτελή μαρμάρινα οικοδομήματά της. Ύστερα από τη ρωμαϊκή κατάκτηση κατόρθωσε να ευημερήσει. Έκοψε δικά της νομίσματα με εμβλήματα τρίτωνες, τρίαινες και ψάρια, όπως ταίριαζε σε νομίσματα μιας ναυτικής πόλης. Όπως μαρτυρούν τα ερείπια, την πρωτοχριστιανική περίοδο ανήγειρε μεγαλοπρεπείς ναούς.

Το πολίτευμα των Ιτανίων ήταν αρχικά βασιλεία, η οποία μετατράπηκε με τον καιρό σε δημοκρατία. Τον 3ο αιώνα π.Χ. φαίνεται να έγινε απόπειρα να καταλυθεί το δημοκρατικό πολίτευμα.

Η Ίτανος καταστράφηκε τον 9 μ.Χ. αιώνα, από τους Σαρακηνούς, ή ίσως από το σεισμό του 975 μ.Χ. Σύμφωνα με ενδείξεις κατοικήθηκε και πάλι όμως οι επιδρομές των κουρσάρων το 15ο αιώνα την κατέστρεψαν ολοσχερώς. Οι κάτοικοι της αποσύρθηκαν σε πιο ορεινούς αλλά και ασφαλέστερους οικισμούς.

Στην Ίτανο βρέθηκαν αρκετά επιτύμβια επιγράμματα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Ένας παλιός τάφος, καλυμμένος με 2 μεγάλες ενεπίγραφες πλάκες, οι οποίες σήμερα εκτίθενται στο Μουσείο Ηρακλείου, βρέθηκε το 1919.

Η πρώτη πλάκα είχε μια 98στιχη επιγραφή με μικρά γράμματα, όμως λόγω της φθοράς εξαιτίας της υγρασίας μπορούμε να τα διακρίνουμε ελάχιστα. Πρόκειται για πολύ σημαντική ιστορική γραφή του 2ου αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη διένεξη μεταξύ των Ιτανίων και Ιεραπυτνίων για το Δικταίο Ιερό.

Η δεύτερη πάλι μιλούσε για ένα ψήφισμα των Ιτανίων του 3ου π.Χ. αιώνα, προς τιμήν του Μακεδόνα στρατηγού Πατρόκλου του Πάτρωνος.

Μαρτυρία για την ονομασία Ίτανος συναντάμε στον Ηρόδοτο όσο και στον Στέφανο Βυζάντιο, που θεωρεί πως ονοματοδοτήθηκε έτσι από τον Ίτανο Φοίνικα. Ο Βυζάντιος θεωρεί πως η περιοχή Ίτανος ήταν έδρα και αποικία των Φοινίκων, οι οποίοι είχαν αναπτύξει τη βιομηχανία του γυαλιού και της πορφύρας και ασχολούνταν σε σημαντικό βαθμό με το εμπόριο προϊόντων από τη Φοινίκη. Η Ίτανος αναφέρεται με το ίδιο όνομα u-ta-no στις πινακίδες γραμμικής Β της Κνωσού.

ΞΕΡΟΚΑΜΠΟΣ

Η περιοχή Ξερόκαμπος παρουσιάζει μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον καθώς έρευνες απέδειξαν ότι η περιοχή κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους. Στο κέντρο της αρχαίας πόλης σήμερα υπάρχει το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που χτίστηκε το 1895.

Στη θέση «Ψιλή Άμμος» μπορούμε να δούμε το αρχαίο λατομείο πωρόλιθου με τον οποίο χτίστηκε η πόλη. Στην παραλία, υπάρχουν αλυκές ελληνιστικών χρόνων από τις οποίες οι κάτοικοι μάζευαν το θαλασσινό αλάτι. Πρόκειται για μια σειρά καναλιών και δεξαμενών αποξήρανσης οι οποίες είναι σκαλισμένες στα βράχια της θάλασσας. Σήμερα δεν είναι ορατές διότι καλύπτονται από την άμμο.

Στη θέση «Κατσουνάκια» βρέθηκε μινωικός οικισμός ο οποίος όμως δεν έχει ανασκαφεί. Στους «Καβάλους» (μικρά νησάκια απέναντι από τον Ξερόκαμπο), υπάρχουν εγκαταστάσεις αλιέων που χρονολογούνται στην υστερομινωική εποχή.

Το 1984 στο «Φαρμακοκέφαλο», ο αρχαιολόγος Ν. Π. Παπαδάκης έκανε ανασκαφές οι οποίες αποκάλυψαν μια σημαντική ελληνιστική πόλη. Πιθανόν η πόλη αυτή είναι η αρχαία Άμπελος και προστατευόταν από τείχος που σώζεται μόνο ένα μικρό κομμάτι του. Παρόλο που μόνο ένα μικρό τμήμα της πόλης έχει ανασκαφεί, βγήκαν στο φως σπίτια, δρόμοι και υπαίθριοι χώροι, ευρήματα εξαιρετικής τέχνης.

Η μελέτη των ευρημάτων αυτών μας δείχνει αφενός ότι η πόλη ιδρύθηκε γύρω στον 5ο π.Χ. αιώνα (άκμασε τον 3ο-2ο π.Χ. αιώνα), αφετέρου ότι είχε σημαντικές εμπορικές σχέσεις με γύρω περιοχές, τα Δωδεκάνησα, ιδιαιτέρως όμως με την Κάλυμνο και τη Ρόδο. Τα ευρήματα των ανασκαφών φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σητείας.

ΕΠΑΝΩ ΖΑΚΡΟΣ

Στην περιοχή της Επάνω Ζάκρου βρέθηκε μια μινωική έπαυλη, η οποία ερευνήθηκε το 1965 και 1966 από τον Ν. Πλάτωνα, με τη βοήθεια του Γιάννη και της Έφης Σακελλαράκη.

Σ' ένα από τα δωμάτια βρέθηκε μια πλήρης εγκατάσταση μινωικού σταφυλοπιεστηρίου. Τα διαμερίσματα του ισογείου της έπαυλης περιελάμβαναν ιδίως χώρους αποθήκευσης αγροτικών προϊόντων. Ήρθε ακόμη στο φως μια ευρύχωρη αποθήκη με κεντρικό πεσσό στην οποία βρέθηκαν έξι μεγάλα πιθάρια. Το ένα από αυτά έφερε στον ώμο δίστιχη επιγραφή στη Γραμμική Α.

ΧΑΜΕΖΙ
ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ ΟΙΚΙΑ

Το 1903 στη θέση «Σουβλωτό Μουρί», οι ανασκαφές του Στ. Ξανθουδίδη αποκάλυψαν ένα μινωικό κτήριο, το οποίο για πολλά χρόνια υπήρξε θέμα προβληματισμού από τους αρχαιολόγους εξαιτίας της χρήσης του αλλά και του ελλειπτικού σχήματός του.

Το 1971 μια νεώτερη έρευνα του καθηγητή Κ. Δαβάρα αποκάλυψε ότι πρόκειται για τη μοναδική οικία των μινωικών χρόνων που χρονολογείται στα 2200-2000 π.Χ. και είχε τέτοιο σχήμα.

Κατά την διάρκεια των ανασκαφών στα δωμάτια, εντοπίστηκαν ειδώλια και μερικά αγγεία (τα οποία φυλάσσονται στα Μουσεία Ηρακλείου και Αγίου Νικολάου) ενώ στο εξωτερικό μέρος της οικίας βρέθηκαν χάλκινα αντικείμενα.

ΤΡΥΠΗΤΟΣ

3 χλμ. ανατολικά της Σητείας βρίσκεται μια μικρή χερσόνησος που ονομάζεται Τρυπητός. Κατά πάσα πιθανότητα οφείλει το όνομά της σε απλό επίμηκες όρυγμα με δάπεδο που έχει κλίση προς τη θάλασσα.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους πρόκειται για νεώσοικο (δηλαδή καρνάγιο, σημείο του λιμανιού που καλύπτεται με στέγαστρο και εξυπηρετεί τη φύλαξη των πλοίων που έχουν ανελκυστεί από τη θάλασσα). Χρονολογείται στην ελληνιστική περίοδο και είναι ο μόνος βεβαιωμένος στην Κρήτη.

Πρόσφατες ανασκαφές έφεραν στο φως μια ελληνιστική πόλη με μερικές συνοικίες της καθώς και ένα ισχυρό αμυντικό τείχος στα νότια. Βρέθηκαν επίσης πολλά κοσμήματα, νομίσματα αγγεία και μολύβδινα σταθμία.

ΠΕΤΡΑΣ

Υπήρξε το κέντρο μιας περιοχής που ξεκινά δυτικά από το Χαμέζι και φθάνει νότια της Πραισού και ανατολικά του Ανάλουκα.

Η γεωγραφική θέση της περιοχής αλλά και το μεγάλο λιμάνι βοήθησαν στην οργανωμένη ανάπτυξη του παραλιακού οικισμού του Πετρά κατά τη μινωική εποχή. Ο οικισμός απαντά στους Πρωτομινωικούς ΙΙ χρόνους (2600-2300 π.Χ.) και η ύπαρξή του είναι συνεχής μέχρι το 1450 π.Χ., χρονολογία που πιθανόν καταστράφηκε.
Tο 1900, ο αρχαιολόγος R.C. Bοsanquet έκανε σύντομες ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή. Από το 1985 ξεκίνησε συστηματική ανασκαφή που συνεχίζεται έως τις μέρες μας από την Μ. Τσιποπούλου.

Οι έρευνες λοιπόν έδειξαν ότι ήκμασε κατά την Παλαιοανακτορική εποχή (2000-1650 π.Χ.), η μεγάλη ακμή του όμως τοποθετείται κατά τους νεοανακτορικούς χρόνους (2000-1450 π.Χ.). Κατά τον 12ο-13ο αιώνα μ.Χ. στην κορυφή του λόφου υπήρχε νεκροταφείο από το οποίο βγήκαν στο φως 32 τάφοι.

Στους πρόποδες του λόφου αποκαλύφθηκε κυκλώπειο τείχος με τρεις πύργους (5Χ5μ). Στο ισόγειο υπήρχαν αποθηκευτικοί και εργαστηριακοί χώροι, ενώ στον όροφο ήταν η κυρίως κατοίκηση.

Ένας από τους πλακόστρωτους δρόμους οδηγούσε στο κεντρικό κτήριο, ενώ άλλοι δρόμοι είχαν πρόσβαση στα μεγάλα διώροφα σπίτια, τα οποία ήταν κτισμένα πάνω σε άνδηρα και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Ακόμη έχουν ολοκληρωτικά ανασκαφεί δύο σπίτια που χρονολογούνται στη Νεοανακτορική εποχή (1600-1450 π.Χ.). Το πρώτο εγκαταλείφθηκε κατά την Υστερομινωική Ι περίοδο (1500 π.Χ.) ενώ το άλλο καταστράφηκε από πυρκαγιά λίγο αργότερα (1450 π.Χ.).

ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ

Το Κουφονήσι ή αλλιώς Λεύκη όπως ήταν η παλιά ονομασία του έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Ιστορία της Ανατολικής Κρήτης. Οι κάτοικοί του ασχολούνταν με την αλιεία και το εμπόριο της πορφύρας. Ειδικά το τελευταίο απέφερε τεράστια οικονομικά κέρδη στο νησί την εποχή εκείνη. Σήμερα όλο το νησί είναι ένας τεράστιος αρχαιολογικός χώρος.

Ο αρχαιολόγος Ν. Παπαδάκης μετά το 1975 μετά από ανασκαφές που έκανε στην περιοχή αποκάλυψε ένα θέατρο Ελληνορωμαϊκών χρόνων με ημικυκλική ορχήστρα και θολωτές παρόδους, το οποίο χωρούσε 1000 άτομα. Πιθανόν λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Κοντά στο θέατρο βρέθηκαν και ερευνήθηκαν διάφορες οικίες που ήταν εξοπλισμένες με τα απαραίτητα εργαλεία και υλικά για την κατεργασία της πορφύρας.
Ανασκάφτηκε επίσης μια έπαυλη πολλών δωματίων με τοίχους με πολύχρωμα επιχρίσματα αλλά και ψηφιδωτά δάπεδα. Τα ευρήματα των ανασκαφών, μεταλλικά και λίθινα αγγεία, κομμάτια από αγάλματα και αρχιτεκτονικά μέλη, ο επισκέπτης μπορεί να τα θαυμάσει στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σητείας.

Ένα άλλο οικοδόμημα μεγάλης σημασίας που ανασκάφηκε είναι το κτίριο των Δημόσιων Λουτρών χτισμένο τον 1ο μ.Χ. αιώνα.

Στην κορυφή ενός λόφου, 2 χλμ. περίπου από τον οικισμό, εντοπίστηκαν τα λείψανα ενός αρχαίου ναού με κρηπίδωμα. Από το ναό αυτό σώθηκαν μονάχα δυο τεμάχια από το μεγάλο μαρμάρινο άγαλμα που κάθεται σε ένα θρόνο.

Ο οικισμός καταστράφηκε βίαια στα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα από επιδρομείς. Έκτοτε το νησί δεν ξανακατοικήθηκε μόνιμα. Μόνο περαστικοί ναυτικοί έχουν σκαλίσει μορφές αγίων και επιγραφές με χρονολογίες του 17ου αι. σε σπηλιές της δυτικής παραλίας.

ΜΑΚΡΥΣ ΓΙΑΛΟΣ

Στα δυτικά του Μακρύ Γιαλού, στο χώρο «Πλακάκια», η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως μια έπαυλη που η χρονολογία της τοποθετείται στην υστερομινωική εποχή. Η παραπάνω ανακάλυψη έχει μεγάλη αξία καθώς η έπαυλη αυτή αποτελεί τη μικρογραφία ενός μινωικού ανακτόρου. Πιθανό είναι ακόμη το ενδεχόμενο να ήταν ένα σημαντικό κέντρο θρησκευτικού χαρακτήρα κι αυτό αποδεικνύεται από τον τρόπο αρχιτεκτονικής της, την ύπαρξη λίγων χώρων αλλά και από κάποια ευρήματα (σφραγιδόλιθοι, ειδώλια, κύπελλο Ιερής Κοινωνίας) που φυλάσσονται σήμερα στο αρχαιολογικό Μουσείο του Αγίου Νικολάου.

Όσον αφορά την αρχιτεκτονική της, στο μέσον του κτιρίου υπάρχει μεγάλη κεντρική αυλή στην οποία υπήρχε ένας κτιστός βωμός, δίπλα στον οποίο βρέθηκε ένας σφραγιδόλιθος με παράσταση ιερού δένδρου, πλοίου και ιέρειας. Γύρω της, διαμορφώνονται οι υπόλοιποι χώροι που έχουν πλακόστρωτα δάπεδα.

Όπως μαρτυρούν τα μαυρισμένα από τη φωτιά πλακόστρωτα δάπεδα αλλά και τα αποτυπώματα των απανθρακωμένων ξύλινων δοκών, η έπαυλη κατακάηκε.
Το 1976 στην τοποθεσία «Κατωβίγλι» ο Ν. Π. Παπαδάκης ξεκίνησε συστηματικές ανασκαφές που κράτησαν 4 έτη και αποκάλυψε τα ερείπια μιας ρωμαϊκής έπαυλης με αρκετά περίπλοκη διάταξη που είχε λουτρικό συγκρότημα με υπαίθρια δεξαμενή. Κατοικήθηκε από τον 1ο π. Χ. έως τον 3ο μ. Χ. αιώνα περίπου.

Η είσοδος της έπαυλης ήταν καλυμμένη με ψηφιδωτό δάπεδο με γεωμετρικά και φυτικά σχέδια. Ένα μεγάλο δωμάτιο με πολυτελές πάτωμα χρησίμευε μάλλον σαν χώρος υποδοχής. Τα δάπεδα και οι τοίχοι των δωματίων έχουν επένδυση με μαρμάρινες πλάκες. Νοτιοανατολικά της έπαυλης ήταν το λουτρικό συγκρότημα με το χαρακτηριστικό υπόκαυστο και την πισίνα σε σχήμα πέταλου, της οποίας το δάπεδο και τα σκαλοπάτια ήταν μαρμάρινα. Δίπλα στην πισίνα ακόμη βρέθηκε ένα μεγάλο ψηφιδωτό με γεωμετρικές παραστάσεις. Στην έπαυλη εντοπίστηκε ακόμη ένα δωμάτιο για ταφική χρήση, όπου βρέθηκαν οστά αλλά και ολόκληρος σκελετός.

Η έπαυλη καταστράφηκε από άγνωστα αίτια. Πιθανόν ο χώρος συλήθηκε κατά τους βυζαντινούς και νεώτερους χρόνους και δεν απόμεινε τίποτε. Τα λιγοστά ευρήματα των ανασκαφών φυλάσσονται στο αρχαιολογικό Μουσείο Σητείας.

ΑΧΛΑΔΙΑ

Στην περιοχή των Αχλαδίων ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει δυο θαυμάσια δείγματα του μινωικού πολιτισμού.

ΘΟΛΩΤΟΣ ΤΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΧΛΑΔΙΩΝ

Στη θέση «Πλατύσκινος» έχει ανασκαφεί ένας υπόγειος θολωτός τάφος, ο μοναδικός στην Ανατολική Κρήτη για την εποχή του Χαλκού. Χρονολογείται την περίοδο 1400-1220π.Χ. και χρησιμοποιήθηκε για περισσότερο από έναν αιώνα.

Κτιστός δρόμος μήκους 9μ. οδηγεί στην είσοδο του τάφου. Έχει κυκλικό θάλαμο. Απέναντι από την κύρια είσοδο του τάφου υπάρχει και μια μικρότερη. Δυο λόγοι δικαιολογούν την ύπαρξή της, πρώτον ήταν η είσοδος ενός ανολοκλήρωτου πλευρικού θαλάμου και δεύτερον θεωρήθηκε το άνοιγμα για την συμβολική επικοινωνία του νεκρού με τον άλλο κόσμο.

Η τεχνική της κατασκευής των θολωτών τάφων εισήχθη στην Κρήτη από Μυκηναίους τεχνίτες της κυρίως Ελλάδος και αυτό γιατί η ομοιότητα με άλλους θολωτούς τάφους της ηπειρωτικής Ελλάδος ήταν μεγάλη.

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΈΠΑΥΛΗ ΑΧΛΑΔΙΩΝ

Το 1959 ο Ν. Πλάτων έφερε στο φως μια σημαντικότατη αγροτική έπαυλη της μινωικής εποχής η οποία χρονολογείται στα 1600-1550 π.Χ., είχε ζωή περίπου μισό αιώνα και καταστράφηκε πιθανότατα από σεισμό.

Το κτίσμα αποτελείται από 12 διαμερίσματα. Η κύρια είσοδος ήταν στα ανατολικά ενώ μια δευτερεύουσα είσοδος υπήρχε στα δυτικά. Η έπαυλη διέθετε ακόμη αποθηκευτικούς, βοηθητικούς χώρους και μαγειρείο. Οι λοξοί τοίχοι έξωθεν της οικίας σχημάτιζαν πρόχειρους περιβόλους που όπου πιθανόν υπήρξαν στάβλοι για ζώα.

ΜΟΧΛΟΣ

Το νησί του Μόχλους εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μινωικού πολιτισμού όπως αποδείχτηκε από την ανασκαφική δραστηριότητα.

Σαν ένα από τα κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου, εισήγαγε πρώτες ύλες από την Ανατολή αλλά και οψιανό (πέτρωμα που προέρχεται από ηφαιστειογενείς περιοχές) από τη Μήλο. Η σπουδαιότητα του λιμανιού προκύπτει επίσης από την ανακάλυψη ενός σφραγιδοκυλίνδρου του 18ου π.Χ. αιώνα με καταγωγή από την Βόρεια Συρία. Στη «συνοικία των τεχνιτών» κατασκευάζονταν τα φημισμένα λίθινα αγγεία που βρέθηκαν στους τάφους της εποχής, χρυσά κοσμήματα και σφραγιδόλιθοι.

Μετά την καταστροφή από την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, η πόλη κατασκευάστηκε εκ νέου και επεκτάθηκε.

Η νέα πόλη είχε αρκετούς δρόμους, πολλοί από τους οποίους τη χώριζαν σε συνοικίες. Η τελευταία φάση εκτεταμένης κατοίκησης στην περιοχή αντιπροσωπεύεται από μια οχύρωση του 1ου π.Χ. αιώνα στη βορειοανατολική πλευρά, προσπάθεια της Ιεράπυτνας να σταθεροποιήσει την παρουσία της.

Με υποδείξεις ενός ντόπιου ψαρά, η περιοχή του Μόχλους ανακαλύφθηκε το 1907 από τον Αμερικανό αρχαιολόγο R.B. Seager. Ένα χρόνο μετέπειτα, έγιναν ανασκαφές που έφεραν στο φως 12 κατοικίες και 20 χτιστούς τάφους.

Η υπόθεση ότι το νησί του Μόχλους ήταν χερσόνησος κατά την εποχή του Χαλκού, επιβεβαιώνεται από τις υποβρύχιες έρευνες που διεξήγαγαν το 1955 ο J. Leatham και S. Hood, καθώς απέναντι από το νησάκι ανακαλύφθηκαν ρωμαϊκές ιχθυοδεξαμενές.

ΠΡΑΙΣΟΣ

Η Πραισός ήταν μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της Ανατολικής Κρήτης καθώς βρισκόταν στο κέντρο της χερσονήσου Σητείας και είχε πάρα πολλά λιμάνια (στο Κρητικό, στο Λιβυκό πέλαγος, στην αρχαία Σητεία κ.ά.). Στην Πραισό αντιπροσωπεύονται όλες οι εποχές η νεολιθική εποχή, η μυκηναϊκή, η γεωμετρική, η ελληνιστική κ.ά. Από τις ανασκαφές που έκανε η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή αποδείχτηκε ότι ήταν πόλη των ιστορικών - ελληνικών χρόνων.

Η περιοχή της καταλάμβανε ολόκληρη τη σημερινή χερσόνησο της Σητείας, (ετεοκρητική χερσόνησος, ή χερσόνησος των Πραισίων), εκτός της χώρας Ιτάνου.

Ήταν κτισμένη πάνω σε τρεις λόφους και κατοικούνταν από τη Νεολιθική εποχή. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τη νεολιθική και καμαραϊκή κεραμική που ανακαλύφθηκε στο σπήλαιο στη θέση «Σκάλες».

Κατοικούνταν από τους Ετεοκρήτες (αρχαιότεροι κάτοικοι της Κρήτης) οι οποίοι μετά την κάθοδο των Δωριέων στο νησί αποσύρθηκαν ανατολικότερα και έσωσαν το θρησκευτικό χαρακτήρα αλλά κυρίως τη γλώσσα τους. Ύστερα από τον πολύχρονο πόλεμο με τους δωρικής καταγωγής Ιεραπύτνιους, δεν κατάφεραν να διασώσουν την πόλη τους η οποία καταστράφηκε. Μετέπειτα (12ος αιώνας και εξής) οι Δωριείς άποικοι μαζί με απογόνους των Ετεοκρητών έχτισαν τη νέα πόλη στη θέση των σημερινών ερειπίων. Σωζόμενα υπολείμματα από την περιοχή μαρτυρούν ότι περιβαλλόταν από δυνατό τείχος.

Αναφορά για την αρχαία πόλη της Πραισού, η οποία βρισκόταν πολύ κοντά στα σημερινά ερείπια, συναντάμε στο Στράβωνα.

Το πολίτευμα της Πραισού κατά την ελληνική – γεωμετρική περίοδο ήταν δημοκρατικό. Σαν αυτόνομη πόλη είχε και τα δικά της νομίσματα σε μερικά από τα οποία παριστάνονται ο Δίας, ο Ηρακλής, η Δήμητρα, ο Απόλλωνας.

Η πρώτη ετεοκρητική επιγραφή ανακαλύφθηκε το 1884 από τον Federico Halbherr. Μαζί βρέθηκαν και πολλά πήλινα ειδώλια. Το 1935 ανασκάφηκε τάφος Πραισίου αθλητή που είχε ταφεί με τα έπαθλα του, ανάμεσα στα οποία ήταν δυο ζωγραφισμένοι αθηναϊκοί αμφορείς του 560 - 500 π.Χ. Ο αθλητής αυτός πιθανότατα έλαβε μέρος και νίκησε στους Παναθηναϊκούς αγώνες.

ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΚΑΙ Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΖΑΚΡΟΥ
ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ

Το 1901 υπό τη διεύθυνση του Βρετανού D. Hogarth έγινε η πρώτη ανασκαφική έρευνα στην περιοχή της Κάτω Ζάκρου, στην οποία αποκαλύφθηκαν τα υπολείμματα μιας μινωικής εγκατάστασης ενός λαμπρού και αρκετά ανεπτυγμένου οικισμού. Τα τριακόσια περίπου πήλινα σφραγίσματα που ανακάλυψε (πολλά από τα οποία είχαν γίνει από σφραγιστικά δακτυλίδια της Κνωσσού), φανερώνουν την ύπαρξη ενός αριθμού εμπορικών συναλλαγών ή ενός συστήματος ελέγχου της αλληλογραφίας.

Μια νέα ανασκαφική διερεύνηση όμως επιχειρήθηκε το 1962 από τον τότε έφορο αρχαιοτήτων Κρήτης Ν. Πλάτωνα, καθώς πίστευε πως στην περιοχή υπήρχε κάτι σημαντικότερο από ένας «λιμενικός οικισμός». Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν πραγματικά εντυπωσιακά γιατί όντως η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ένα μινωικό ανάκτορο (το μόνο που είχε παραμείνει ασύλητο από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας).

Τα περισσότερα από τα κτήρια που αποτελούν το μινωικό οικισμό, έχουν δανεισθεί αρκετά χαρακτηριστικά ανακτορικής αρχιτεκτονικής (φωταγωγός, πολύθυρο, πρόστυλοι χώροι). Σχεδόν όλα ήταν είχαν δύο ορόφους, τα διαμερίσματα των οποίων συνδέονταν με ένα ή δυο κλιμακοστάσια.

Σημαντικά ευρήματα μινωικών τάφων ανακαλύφθηκαν επίσης μέσα σε φυσικά σπήλαια όπως στο φαράγγι της Ζάκρου ("Φαράγγι των Νεκρών") και στις θέσεις "Μαύρο Αυλάκι" και "Σπηλιάρα".

ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΚΑΤΩ ΖΑΚΡΟΥ

Το ανάκτορο στη Ζάκρο, όπως το βλέπουμε στη σημερινή του μορφή, οικοδομήθηκε περί τον 16ο αιώνα π.Χ. και όπως παρατηρήθηκε παρουσιάζει αρκετές αναλογίες με το επιβλητικό ανάκτορο στην Κνωσό. Οι σχέσεις αυτές αποδεικνύουν ότι η Κνωσός ήταν η μητρόπολη της Ζάκρου, τουλάχιστον κατά τη νεοανακτορική περίοδο.

Καταρχήν, όπως και στην Κνωσό, η Δυτική Πτέρυγα φιλοξένησε τα διαμερίσματα του ιερού. Το κυρίως ιερό το οποίο γειτνίαζε με την ονομαζόμενη από τον Α. Evans «Δεξαμενή Καθαρμών» ("Lustral Basin") καθώς και οι μεγαλόπρεπες αίθουσες των συμποσίων και τελετουργιών, βρίσκονταν στο ισόγειο. Η άποψη ότι το πανίσχυρο Ιερατείο είχε τα ηνία της οικονομικής διαχείρισης του μινωικού κράτους, ενισχύεται από το γεγονός ότι στη Δυτική Πτέρυγα εντάχθηκαν αφενός κάποιοι χώροι αποθήκευσης αγροτικών προϊόντων και επεξεργασίας πολύτιμων υλικών και αφετέρου το ανακτορικό αρχειοφυλάκειο.

Ακόμη, η Ανατολική Πτέρυγα πιθανότατα φιλοξένησε τους «χώρους διαμονής». Μόνο κάτω από την ανατολική πτέρυγά του διασώθηκαν κάποια λείψανα και κατέστη δυνατή η περαιτέρω έρευνα, καθώς εξαιτίας της εκτεταμένης αγροκαλλιέργειας κυρίως τον 20ο αιώνα, είχε αφανιστεί το αντίστοιχο τμήμα του τελευταίου ανακτόρου.

Στη Βόρεια Πτέρυγα στεγάστηκε ακόμη μια "Δεξαμενή Καθαρμών", η λειτουργία της οποίας συνδεόταν με την άφιξη των επισκεπτών στο ανάκτορο από την διπλανή κεντρική του είσοδο. Η είσοδος αυτή ήταν η απόληξη μιας κεντρικής οδικής αρτηρίας («Οδού Λιμένος»), που αφετηρία της είχε το μινωικό λιμάνι.

Στη Νότια Πτέρυγα στεγάστηκαν μερικά ανακτορικά εργαστήρια κι αυτό αποδεικνύεται από την ανακάλυψη μισοεπεξεργασμένων ή και ανεπεξέργαστων πολύτιμων υλικών (ελεφαντόδοντο, φλεβωτά μάρμαρα κ.ά.).

Τόσο ο οικισμός της Ζάκρου, όσο και το ανάκτορο, καταστράφηκαν ολοσχερώς κοντά στο 1450 π.Χ. σύμφωνα με τις μελέτες της κεραμικής. Τα αίτια της καταστροφής πρέπει να ήταν γεωλογικής φύσεως (π.χ. σεισμοί). Πιο πιθανή εκδοχή αποτελεί η καταστροφή του λόγω της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας, αφού μετά από αυτήν το ανάκτορο δεν ξανακτίζεται. Τμήματα του οικισμού επανακατοικήθηκαν αργότερα για (1400 -1300 π. χ.), η θέση όμως δεν απέκτησε ποτέ ξανά την παλιά της αίγλη.